Σύντομο Ιστορικό της Ιεράς Μητροπόλεως
Η Ιερά Μητρόπολις Πατρών έχει μακραίωνη και πλούσια ιστορική διαδρομή, άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποστολική παράδοση και την ιστορία της πόλεως των Πατρών. Η παρουσία του Χριστιανισμού στην περιοχή ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους και συνδέεται ιδιαιτέρως με τον Άγιο Απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο, ο οποίος κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Πάτρα και μαρτύρησε στην πόλη. Στο πέρασμα των αιώνων, η τοπική Εκκλησία συμμετείχε ενεργά στην πνευματική, κοινωνική και ιστορική πορεία του τόπου, διαφυλάσσοντας την ορθόδοξη πίστη και παράδοση μέσα από διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Η ιστορία της Μητροπόλεως αποτελεί, έτσι, αναπόσπαστο μέρος τόσο της εκκλησιαστικής ιστορίας της Ελλάδος όσο και της ιδιαίτερης ταυτότητας της αχαϊκής πρωτεύουσας.
Ο Απόστολος Ανδρέας και η ίδρυση της εκκλησίας των Πατρών
Ο Απόστολος Ανδρέας, αδελφός του Σίμωνα Πέτρου, γεννήθηκε στη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ασκούσε το επάγγελμα του ψαρά. Αναζητώντας τον Μεσσία, έγινε αρχικά μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή και στη συνέχεια γνώρισε τον Ιησού Χριστό, του οποίου υπήρξε ένας από τους πρώτους μαθητές. Επειδή θεωρείται ο πρώτος που κλήθηκε να ακολουθήσει τον Χριστό, έλαβε την ονομασία «Πρωτόκλητος»
Μετά την Ανάσταση του Χριστού και την Πεντηκοστή, ο Ανδρέας ανέπτυξε εκτεταμένη ιεραποστολική δραστηριότητα. Κήρυξε σε πολλές περιοχές του Εύξεινου Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Θράκης και της ευρύτερης Ανατολής, ιδρύοντας χριστιανικές κοινότητες, χειροτονώντας κληρικούς, κατηχώντας και βαπτίζοντας τους νέους πιστούς. Πέρασε επίσης από το Βυζάντιο, όπου σύμφωνα με την παράδοση συνέβαλε στη θεμελίωση της τοπικής Εκκλησίας. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο, έχοντας ως τελικό σταθμό της ιεραποστολικής του πορείας την Πάτρα.
Ο ευαγγελισμός των Πατρών και η ίδρυση της τοπικής χριστιανικής Εκκλησίας τοποθετούνται στην εποχή του αυτοκράτορα Νέρωνα (54–68 μ.Χ.). Ο Απόστολος επέλεξε την Πάτρα ως κέντρο της δράσης του και από εκεί επέκτεινε το έργο του σε ολόκληρη την Αχαΐα. Με το κήρυγμα, τις θεραπείες και τα θαύματά του προσέλκυσε πολλούς κατοίκους στον Χριστιανισμό. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη θεραπεία της Μαξιμίλλας, συζύγου του ανθύπατου Αιγεάτη, καθώς και του Αλκμάνα, υπηρέτη του Στρατοκλή. Σταδιακά σχηματίστηκε στην πόλη ένας σημαντικός πυρήνας χριστιανών, ενώ μεταξύ όσων βαπτίστηκαν ήταν η Μαξιμίλλα, η Εφιδαιμία και ο Στρατοκλής.
Η επιστροφή του Αιγεάτη από τη Ρώμη άλλαξε τις συνθήκες. Ο ανθύπατος αντέδρασε έντονα στη διάδοση της νέας πίστης και διέταξε τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Ανδρέα. Ο Απόστολος, ωστόσο, συνέχισε ακόμη και μέσα από τη φυλακή να κηρύττει, να στηρίζει τους χριστιανούς και να τους προτρέπει να παραμένουν σταθεροί στην πίστη τους. Εκεί τέλεσε τη Θεία Ευχαριστία και, σύμφωνα με την παράδοση που παρουσιάζεται στο κείμενο, χειροτόνησε τον Στρατοκλή ως πρώτο Επίσκοπο Πατρών, εξασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση του εκκλησιαστικού και ιεραποστολικού έργου του.
Τελικά ο Αιγεάτης διέταξε τον βασανισμό και τη σταύρωση του Αποστόλου. Ο Ανδρέας αντιμετώπισε το μαρτύριό του με πίστη και συνέχισε να διδάσκει τους κατοίκους της Πάτρας ακόμη και επάνω στον σταυρό. Σύμφωνα με το κείμενο, μετά από τέσσερις ημέρες ο Αιγεάτης αποφάσισε, ύστερα από τις παρακλήσεις της Μαξιμίλλας, να τον αποκαθηλώσει, όμως ο Απόστολος προσευχήθηκε και πέθανε ειρηνικά το 66 μ.Χ., σε ηλικία περίπου ογδόντα ετών.
Το σώμα του παρέλαβαν με σεβασμό ο επίσκοπος Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα και το ενταφίασαν κοντά στον τόπο του μαρτυρίου του. Αργότερα στον χώρο του τάφου του ανεγέρθηκε η Βασιλική του Αγίου Ανδρέα. Η παρουσία, το κήρυγμα και το μαρτύριο του Πρωτοκλήτου στην Πάτρα συνδέθηκαν έτσι άρρηκτα με την ίδρυση και την πρώτη οργάνωση της τοπικής Εκκλησίας. Ο Άγιος Ανδρέας καθιερώθηκε ως πολιούχος των Πατρών και η μνήμη του τιμάται στις 30 Νοεμβρίου.
Η εκκλησία των Πατρών ως επισκοπή (64-732 μ.Χ.)
Η Εκκλησία των Πατρών αποτελεί μία από τις αρχαιότερες χριστιανικές Εκκλησίες του ελλαδικού χώρου. Αναπτύχθηκε στην περιοχή της ρωμαϊκής επαρχίας Αχαΐας, με κέντρο την Πάτρα, μια σημαντική πόλη με έντονη θρησκευτική ζωή και ισχυρή παρουσία ελληνικών και ρωμαϊκών λατρειών. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η ίδρυσή της συνδέεται άμεσα με τον Απόστολο Ανδρέα, ο οποίος κήρυξε στην περιοχή και, πριν από το μαρτύριό του κατά τον 1ο αιώνα, χειροτόνησε ως πρώτο επίσκοπο των Πατρών τον Στρατοκλή. Με αυτόν αρχίζει ουσιαστικά η οργανωμένη ιστορική πορεία της τοπικής Εκκλησίας.
Η χριστιανική κοινότητα των Πατρών οργανώθηκε από νωρίς ως Επισκοπή, με δικαιοδοσία τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο περιοχή. Αν και τα ονόματα πολλών από τους πρώτους επισκόπους παραμένουν άγνωστα, η παρουσία επισκοπικής αρχής εμφανίζεται ως συνεχής. Μετά την καθιέρωση του μητροπολιτικού συστήματος τον 4ο αιώνα, η Επισκοπή Πατρών υπαγόταν εκκλησιαστικά στον μητροπολίτη Κορίνθου, καθώς η Κόρινθος ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας Αχαΐας.
Κατά τους τέσσερις πρώτους αιώνες δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην οργανωτική συγκρότηση και στο ιεραποστολικό έργο. Από τα τέλη του 4ου και κυρίως κατά τον 5ο και 6ο αιώνα σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη της τοπικής Εκκλησίας. Χαρακτηριστική μαρτυρία αυτής της ακμής αποτελεί η οικοδόμηση πολυάριθμων βασιλικών και άλλων λατρευτικών κτισμάτων. Η εξάπλωσή τους φανερώνει τόσο τη διάδοση του χριστιανικού κηρύγματος όσο και τη δημογραφική και κοινωνική ενίσχυση του χριστιανικού στοιχείου. Στις αρχές του 8ου αιώνα φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι σχεδόν το σύνολο, του πληθυσμού της πόλης είχε πλέον ενταχθεί στη χριστιανική Εκκλησία, ενώ η διάδοση του Χριστιανισμού στην ύπαιθρο ήταν σχετικά βραδύτερη.
Οι βασιλικές δεν λειτουργούσαν αποκλειστικά ως χώροι λατρείας, αλλά αποτελούσαν κέντρα πνευματικής, ιεραποστολικής και φιλανθρωπικής δραστηριότητας. Η συχνή τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και η έντονη συμμετοχή των πιστών τεκμηριώνονται και αρχαιολογικά, μεταξύ άλλων από την ανακάλυψη σφραγίδας ευχαριστιακού άρτου των τελών του 6ου ή των αρχών του 7ου αιώνα. Το εύρημα αυτό μαρτυρεί μια πολυπληθή και δραστήρια χριστιανική κοινότητα με αναπτυγμένη λατρευτική και πνευματική ζωή.
Σημαντικό ρόλο στην πνευματική ανάπτυξη της Επισκοπής διαδραμάτισε και ο κοινοβιακός μοναχισμός. Τουλάχιστον δύο μοναστικές κοινότητες φαίνεται ότι λειτουργούσαν στην περιοχή: μία κοντά στην πόλη, στη θέση της σημερινής Μονής Γηροκομείου, και μία στην ύπαιθρο, κοντά στο Σανταμέρι, στη θέση της σημερινής Μονής Μαρίτσης. Παράλληλα, στην Εκκλησία των Πατρών υπήρχε θεολογικός προβληματισμός γύρω από τα μεγάλα χριστολογικά ζητήματα της εποχής, ιδιαίτερα σχετικά με την ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού.
Τέλος, ιδιαίτερα ανεπτυγμένο υπήρξε το φιλανθρωπικό έργο της Επισκοπής. Κέντρα κοινωνικής διακονίας ήταν οι βασιλικές και οι μοναστικές κοινότητες, ενώ σημαντικό ρόλο είχαν οι διάκονοι και οι διακόνισσες, όπως μαρτυρεί η αναφορά στη διακόνισσα Αγριππιανή. Έτσι, μέχρι τις αρχές του 8ου αιώνα η Εκκλησία των Πατρών είχε εξελιχθεί σε μια πολυάνθρωπη και οργανωμένη εκκλησιαστική κοινότητα, με έντονη λατρευτική, πνευματική, θεολογική, μοναστική, ιεραποστολική και φιλανθρωπική δραστηριότητα.
Η εκκλησία των πατρών ως αρχιεπισκοπή και μητρόπολη (732 - 1180 μ.Χ.)
Μέχρι το 732 ή 733 μ.Χ., η Εκκλησία των Πατρών υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Κορίνθου και, μέσω αυτής, στη Ρώμη. Επί αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου, το Ανατολικό Ιλλυρικό αποσπάστηκε από τη δικαιοδοσία της Ρώμης και υπήχθη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Στο πλαίσιο αυτής της αλλαγής, σημαντικές επισκοπές αναβαθμίστηκαν σε αυτοκέφαλες αρχιεπισκοπές, μεταξύ αυτών και η Εκκλησία των Πατρών. Η αναβάθμισή της συνδέεται τόσο με την αυξανόμενη σημασία της πόλης όσο και με την ισχυρή παράδοση ότι η τοπική Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Απόστολο Ανδρέα, ο οποίος μαρτύρησε στην Πάτρα.
Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία αυτής της περιόδου έχει η Ιερά Μονή Γηροκομείου, η οποία φαίνεται ότι ιδρύθηκε πριν από τον 10ο αιώνα. Στην περιοχή της Μονής υπήρχε κατά την αρχαιότητα ελληνικός ναός, πιθανόν αφιερωμένος στην Άρτεμη. Η Μονή συνδέθηκε στενά με το πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο της τοπικής Εκκλησίας, ενώ η ονομασία της σχετίζεται με τη λειτουργία γηροκομείου. Κατά τους επόμενους αιώνες η Μονή γνώρισε περιόδους ακμής αλλά και μεγάλες δοκιμασίες. Μετά την κατάληψη της Πάτρας από τους Φράγκους το 1204, η ορθόδοξη αδελφότητα αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Αργότερα η Μονή τέθηκε υπό την προστασία των Δεσποτών του Μυστρά και φαίνεται ότι γνώρισε νέα ακμή. Κατά την Τουρκοκρατία ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση και γι’ αυτό πυρπολήθηκε δύο φορές, το 1770 και το 1821.
Κατά την Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε επίσης χώρο σημαντικών συγκρούσεων.Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της Εκκλησίας των Πατρών ήταν το 805–806 μ.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση και τις πηγές, οι κάτοικοι της Πάτρας απέκρουσαν πολιορκία Σλάβων και Σαρακηνών με τη βοήθεια του πολιούχου τους Αγίου Ανδρέα. Η νίκη αυτή συνέβαλε στην περαιτέρω ακμή της πόλης και στην αναβάθμιση της Αρχιεπισκοπής σε Μητρόπολη Πατρών. Γνωστοί μητροπολίτες της περιόδου αυτής ήταν ο Αθανάσιος, ο Θεόδωρος Σανταβαρηνός και ο Σάββας. Ιδιαίτερη θέση όμως κατέχει ο Αρέθας Καισαρείας, ο οποίος γεννήθηκε στην Πάτρα γύρω στο 850 και υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του Μεσοβυζαντινού κόσμου. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη κοντά στον Πατριάρχη Φώτιο και συνδύασε τη θεολογική παιδεία με τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο Αρέθας εξελέγη Μητροπολίτης Καισαρείας γύρω στο 900–902 και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τον θάνατό του το 935. Παράλληλα με το ποιμαντικό του έργο, συνέβαλε αποφασιστικά στη διάσωση και διάδοση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Συγκέντρωσε σημαντική βιβλιοθήκη χειρογράφων, οργάνωσε αντιγραφείς και καλλιγράφους και φρόντισε για την αντιγραφή σπάνιων έργων. Χάρη στη δράση του διασώθηκαν έργα σημαντικών συγγραφέων, όπως ο Πλάτων, ο Λουκιανός και ο Παυσανίας.
Η εκκλησία των Πατρών ως Μητρόπολη "Παλαιών Πατρών" - Περίοδος Φραγκοκρατίας
Η περίοδος ξεκινά μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204. Με την εγκατάσταση των Λατίνων στον ελλαδικό χώρο, σημαντικό μέρος της περιουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατασχέθηκε και μεταφέρθηκαν στη Δύση πολύτιμα κειμήλια και ιερά αντικείμενα. Παράλληλα, μοναστήρια και ναοί καταλήφθηκαν, ενώ πολλοί ορθόδοξοι μοναχοί και ιερείς διώχθηκαν. Η Αχαΐα εντάχθηκε στο φραγκικό φεουδαρχικό κράτος της Πελοποννήσου, γνωστό ως Ηγεμονία της Αχαΐας ή Πριγκιπάτο του Μορέως. Οι Φράγκοι, με επικεφαλής τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη και τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, κατέλαβαν και την Πάτρα. Η Πελοπόννησος διαιρέθηκε σε δώδεκα βαρονίες και μία από αυτές ήταν η βαρονία της Πάτρας.
Στα μέσα του 13ου αιώνα η βαρονία πέρασε στον έλεγχο του πάπα και ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πατρών απέκτησε τόσο εκκλησιαστική όσο και πολιτική εξουσία στην περιοχή. Κατά την περίοδο αυτή, αρκετοί ορθόδοξοι κληρικοί διώχθηκαν ή αναγκάστηκαν να κρυφτούν. Η Ρώμη επέτρεπε σε ορισμένους να διατηρούν μοναστήρια και εκκλησίες μόνο εφόσον αποδέχονταν την εξουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Παράλληλα, ιδρύθηκαν δύο λατινικές Αρχιεπισκοπές, της Πάτρας και της Κορίνθου, ενώ αρκετές επισκοπές της περιοχής υπάγονταν στον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Πατρών. Με την εγκατάσταση δυτικών μοναστικών ταγμάτων ιδρύθηκαν νέα μοναστήρια δυτικού τύπου, ενώ ορισμένα ορθόδοξα μοναστήρια καταλήφθηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Μονή Γηροκομείου, όπου αρχικά εγκαταστάθηκαν Ναΐτες και αργότερα παραχωρήθηκε από τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Άντελμο στη γαλλική Μονή του Cluny.
Ο ορθόδοξος Μητροπολίτης Πατρών Ευθύμιος Τορνίκης (1180–1205), ο οποίος χρησιμοποιούσε τον τίτλο «Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών», εκδιώχθηκε από τον νεοεκλεγμένο Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Άντελμο. Ο Άντελμος υπήγαγε την Αρχιεπισκοπή Πατρών στη δικαιοδοσία του πάπα και απαίτησε από τους Ορθοδόξους να τον αναγνωρίζουν ως πρώτο αρχιερέα. Παρ’ όλες όμως τις πιέσεις, ο ορθόδοξος κλήρος και ο λαός αντιστάθηκαν και διατήρησαν την πίστη τους. Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261, εμφανίζεται ξανά οργανωμένη ορθόδοξη μητροπολιτική παρουσία. Το 1315 εκλέγεται Μητροπολίτης Πατρών ο Μιχαήλ με τον τίτλο «έξαρχος πάσης Αχαΐας και υπέρτιμος». Ακολούθησαν αρκετοί μητροπολίτες, μεταξύ των οποίων οι Μητροφάνης, Ιωσήφ, Μακάριος Α΄, Μελέτιος Α΄, Παρθένιος Α΄, Ιγνάτιος, Μάξιμος και Νήφων. Την ίδια περίοδο παρατηρείται και ανάπτυξη της μοναστικής ζωής. Μετά την απελευθέρωση των Καλαβρύτων το 1330, ιδρύονται ή ενισχύονται αρκετά μοναστήρια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μέγα Σπήλαιο, του οποίου τη φροντίδα ανέλαβε ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος. Αργότερα, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ως δεσπότης του Μυστρά, κατέλαβε την Πάτρα και η πόλη άρχισε να γνωρίζει οικονομική ανάπτυξη.
Ωστόσο, η πορεία αυτή διακόπηκε από τις επιδρομές του σουλτάνου Μουράτ Β΄, ο οποίος, μετά την αποτυχία του να καταλάβει την πόλη το 1446, προχώρησε σε λεηλασίες και πυρπολήσεις. Οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των Παλαιολόγων συνέβαλαν επίσης στην ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας και στις τελικές κατακτήσεις στην περιοχή γύρω στο 1460. Στα τέλη του 14ου αιώνα ιδρύθηκαν ή αναπτύχθηκαν πολλές μονές, όπως η Μονή Ομπλού, η Μονή Αναλήψεως στο Μιντιλόγλι, το Παλαιομονάστηρο της Αγίας Λαύρας, η Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας, η Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού και η Χρυσοποδαρίτισσα. Από την περίοδο των Παλαιολόγων σώζεται επίσης στην Πάτρα μικρός ναός στην οδό Ερμού 80–82, ο οποίος αρχικά ήταν ρωμαϊκό μαυσωλείο και αργότερα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, με τοιχογραφία του Αποστόλου Ανδρέα.
Περίοδος πρώτης Τουρκοκρατίας και Ενετοκρατίας
Μετά το τέλος της Φραγκοκρατίας, η κατάσταση στην Πελοπόννησο παρέμεινε ασταθής. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Παλαιολόγους και η αδυναμία του Δεσποτάτου του Μυστρά ευνόησαν την οθωμανική προέλαση. Ο Μωάμεθ Β΄ εκμεταλλεύτηκε αυτή την αστάθεια και το 1460 ολοκλήρωσε ουσιαστικά την κατάκτηση της Πελοποννήσου. Ο Θωμάς Παλαιολόγος αναγκάστηκε να φύγει στην Ιταλία, ενώ το 1462 παραδόθηκε στον πάπα Πίο Β΄ η Τίμια Κάρα του Αποστόλου Ανδρέα, με την προσδοκία ότι η Δύση θα βοηθούσε στην απελευθέρωση της Πάτρας.
Μετά την τουρκική κατάκτηση, πρώτος Μητροπολίτης Πατρών αναφέρεται ο Νεόφυτος, ο οποίος είχε σημαντική ποιμαντική και εθνική δράση. Το κείμενο τον χαρακτηρίζει «σημαιοφόρο επτά επαναστάσεων», επειδή συμμετείχε σε επαναστατικές κινήσεις εναντίον των Τούρκων. Τελικά εκτελέστηκε το 1466, αφού θεωρήθηκε υπεύθυνος για επαναστατική ενέργεια και για την επίθεση του ενετικού στόλου στην Πάτρα. Η εκτέλεσή του παρουσιάζεται ως η πρώτη εκτέλεση ορθόδοξου μητροπολίτη από τους Τούρκους.
Κατά τον Α΄ Βενετοτουρκικό πόλεμο, οι Βενετοί κατέλαβαν προσωρινά την Πάτρα, αλλά αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ύστερα από τουρκική αντεπίθεση. Νέα απόπειρα εξέγερσης έγινε το 1532, με τη βοήθεια του ισπανικού στόλου και του Γενουάτη ναυάρχου Ανδρέα Ντόρια, χωρίς όμως μόνιμο αποτέλεσμα. Η μητροπολιτική διαδοχή συνεχίστηκε με αρκετούς αρχιερείς. Ανάμεσά τους αναφέρονται ο Κύριλλος, ο Διονύσιος Α΄, ο Γρηγόριος Α΄ και ο Γερμανός Α΄, ο οποίος χαρακτηρίζεται εθνομάρτυρας. Το 1571, μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ξέσπασε νέα εξέγερση και η Πάτρα απελευθερώθηκε προσωρινά. Ωστόσο, τον επόμενο χρόνο οι Τούρκοι επέστρεψαν, ανακατέλαβαν την πόλη, συνέλαβαν τον μητροπολίτη και τον θανάτωσαν με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο.
Η περίοδος αυτή είχε και σημαντικές εκκλησιαστικές στιγμές. Στην Πάτρα επισκέφθηκαν την τοπική Εκκλησία δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες, ο Διονύσιος Β΄ το 1550 και ο Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός το 1574. Επίσης, δύο Μητροπολίτες Πατρών ανήλθαν αργότερα στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης: ο Τιμόθεος Μαρμαρηνός και ο Γαβριήλ. Στις αρχές του 17ου αιώνα συνεχίστηκαν οι επαναστατικές κινήσεις. Ένα ευρύτερο επαναστατικό κίνημα στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα οδήγησε σε νέα εξέγερση της Πάτρας το 1608, η οποία όμως απέτυχε. Το 1612 ο Θεοφάνης Α΄ Λαμπάρδης ανέλαβε τη Μητρόπολη Πατρών και έφερε τον τίτλο «Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Αχαΐας». Με δικές του ενέργειες οι επισκοπές Μεθώνης και Κορώνης προσαρτήθηκαν στη Μητρόπολη Πατρών.
Μια νέα εξέγερση ξέσπασε το 1684 και διήρκεσε έως το 1687. Κάτοικοι από τη Μάνη και την Πάτρα συμμετείχαν ενεργά, και τελικά ο ενετικός στόλος κατέλαβε την Πάτρα το 1687. Έτσι έκλεισε η περίοδος της Πρώτης Τουρκοκρατίας και άρχισε η Βενετοκρατία. Κατά τη Βενετοκρατία, η κατάσταση δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για τους Ορθοδόξους. Οι Βενετοί προσπάθησαν να ενισχύσουν το λατινικό δόγμα και μετέτρεψαν μουσουλμανικά τεμένη σε ρωμαιοκαθολικούς ναούς, οι οποίοι παραχωρήθηκαν σε τάγματα όπως οι Φραγκισκανοί, οι Καρμελίτες και οι Ιησουίτες. Οι προσπάθειες προσηλυτισμού προκάλεσαν εντάσεις με τους Ορθοδόξους, οι οποίοι όμως αντιστάθηκαν. Οι Βενετοί παρενέβαιναν επίσης στην εσωτερική λειτουργία της Εκκλησίας: οι μητροπολίτες δεν ελέγχονταν μόνο από το Πατριαρχείο αλλά και από τη βενετική διοίκηση, ενώ επιβλήθηκαν αλλαγές στην ενδυμασία του κλήρου και άλλοι διοικητικοί περιορισμοί. Παράλληλα έγινε καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τον καιρό, όμως, η βενετική πολιτική έγινε πιο ανεκτική. Αυτό συνέβαλε σε μια αναζωπύρωση της ορθόδοξης ζωής και σε ανακαινίσεις ή επανίδρυση μονών, όπως του Ομπλού, της Αγίας Λαύρας, των Ταξιαρχών Αιγιαλείας και άλλων. Στον μητροπολιτικό θρόνο βρέθηκαν ο Αρσένιος Δημητρόπουλος και στη συνέχεια ο Χριστόφορος Αντωνόπουλος.
Η Βενετοκρατία έληξε το 1715, όταν η Πάτρα πέρασε ξανά οριστικά στους Τούρκους. Συνολικά, η περίοδος της Πρώτης Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζεται από συνεχείς εξεγέρσεις, διώξεις και έντονη αντίσταση της Εκκλησίας και του πληθυσμού, αλλά και από διατήρηση της εκκλησιαστικής οργάνωσης της Μητρόπολης Πατρών. Η Μητρόπολη δεν περιορίστηκε μόνο σε θρησκευτικό ρόλο, αλλά λειτούργησε και ως σημαντικό κέντρο συνοχής και αντίστασης του τοπικού ελληνικού πληθυσμού.
Περίοδος δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715 μ.Χ.) μέχρι την απελευθέρωση (1828 μ.Χ.)
Κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715–1821), η Πάτρα γνώρισε σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Το λιμάνι της εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ ο πληθυσμός της αυξήθηκε αισθητά, φτάνοντας στα τέλη του 18ου αιώνα περίπου τους 20.000 κατοίκους. Παράλληλα, ενισχύθηκαν οι εξαγωγές πελοποννησιακών προϊόντων προς τα λιμάνια της Δυτικής Ευρώπης. Η οικονομική αυτή άνθηση δεν σήμαινε και ουσιαστική ελευθερία για τον χριστιανικό πληθυσμό. Η εκκλησιαστική ζωή εξακολουθούσε να λειτουργεί κάτω από περιορισμούς, ενώ ο ναός του Αγίου Ανδρέα παρέμενε κατεστραμμένος. Παρά τις δυσκολίες, ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών διατηρούσε σημαντική πνευματική δικαιοδοσία, με τον τίτλο του «υπερτίμου και εξάρχου πάσης Αχαΐας», έχοντας υπό την εποπτεία του τις επισκοπές Μεθώνης, Κορώνης, Κερνίτσης και Ωλένης.
Σημαντικές προσωπικότητες της εποχής υπήρξαν ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ο Μητροπολίτης Παρθένιος και ο Κύριλλος Λαυρεώτης, οι οποίοι ξεχώρισαν για τη μόρφωση και την πνευματική τους δράση. Ο Παρθένιος συνδέθηκε ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της παιδείας στην Πάτρα και συμμετείχε στην προετοιμασία της εξέγερσης των Ορλωφικών του 1770. Η εξέγερση εκείνη απέτυχε, με συνέπεια λεηλασίες, καταστροφές και τη φυγή πολλών κατοίκων προς τις ορεινές περιοχές.
Η κατάσταση μεταβλήθηκε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1806 ανέλαβε τη Μητρόπολη Παλαιών Πατρών ο Γερμανός, σε μια εποχή κατά την οποία το προεπαναστατικό κλίμα είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Ο Γερμανός απολάμβανε τον σεβασμό τόσο του λαού όσο και των προκρίτων της περιοχής και το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, συμμετέχοντας ενεργά στην προετοιμασία του Αγώνα. Τον Μάρτιο του 1821, η Πάτρα βρέθηκε στο επίκεντρο των επαναστατικών γεγονότων. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός συνδέθηκε με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ενώ στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου υψώθηκε η σημαία της Επανάστασης. Λίγο αργότερα συγκροτήθηκε το Αχαϊκό Διευθυντήριο, η πρώτη προσωρινή επαναστατική διοίκηση της Αχαΐας, με πρόεδρο τον Γερμανό και με σκοπό την οργάνωση και τη στήριξη του Αγώνα.
Τα επόμενα χρόνια υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα για την πόλη. Η άφιξη του στρατού του Ιμπραήμ Πασά το 1825 επιδείνωσε την κατάσταση, ενώ η Πάτρα είχε ήδη υποστεί μεγάλες καταστροφές από τις πολεμικές συγκρούσεις. Η οριστική απελευθέρωσή της ήρθε στις 7 Οκτωβρίου 1828, όταν οι Τούρκοι παρέδωσαν το φρούριο της πόλης στον Γάλλο στρατηγό Μαιζόν.

1833 έως 1922
Μετά την απελευθέρωση, η Πάτρα άρχισε σταδιακά να ανασυγκροτείται και να εξελίσσεται σε σημαντικό οικονομικό και πνευματικό κέντρο του νέου ελληνικού κράτους. Το 1830 πραγματοποιήθηκε απογραφή των ιερών ναών της πόλης και καταγράφηκαν οι πρώτες ενορίες της μεταεπαναστατικής περιόδου, μεταξύ των οποίων οι ναοί του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Δημητρίου, του Παντοκράτορα, της Παντάνασσας και δύο ναοί αφιερωμένοι στον Άγιο Ανδρέα.
Το 1833 σηματοδότησε μια νέα εποχή για την τοπική Εκκλησία. Mε βασιλικό διάταγμα, η μέχρι τότε Μητρόπολη Παλαιών Πατρών υποβιβάστηκε σε «Επισκοπή Αχαΐας» με πρώτο επίσκοπο τον Μελέτιο Γημαράκη. Το 1842 ενσωματώθηκε σε αυτή και η Επισκοπή Αιγιαλείας, ενώ το 1852 ενώθηκε με την Επισκοπή Ηλείας και δημιουργήθηκε η Αρχιεπισκοπή Πατρών και Ηλείας. Παράλληλα, οι περιοχές των Καλαβρύτων και της Αιγιαλείας αποσπάστηκαν οριστικά από τη δικαιοδοσία της.
Κατά τον 19ο αιώνα, σημαντικοί ιεράρχες συνέβαλαν στην αναδιοργάνωση και την πνευματική ανάπτυξη της τοπικής Εκκλησίας. Ο Μισαήλ Αποστολίδης (1852–1861) διακρίθηκε για την παιδεία και το ήθος του και αργότερα εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Ακολούθησαν ο Κύριλλος Χαιρωνίδης, γνωστός για το φιλανθρωπικό του έργο, ο Αβέρκιος Λαμπίρης, ο Νικηφόρος Καλογεράς και ο Δαμασκηνός Χριστόπουλος, ο οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στην απόφαση για την ανέγερση του νέου μεγαλοπρεπούς ναού του Αγίου Ανδρέα.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η αρχιερατεία του Ιεροθέου Μητρόπουλου (1892–1903), ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην πνευματική αναγέννηση της Εκκλησίας των Πατρών. Κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του αποσπάστηκε η περιοχή της Ηλείας και η υπόλοιπη εκκλησιαστική επαρχία έλαβε πλέον τον τίτλο «Ιερά Μητρόπολις Πατρών», τον οποίο διατηρεί έκτοτε.
Κατά τον 19ο αιώνα άλλαξε επίσης σημαντικά η εικόνα της εκκλησιαστικής ζωής στην πόλη. Στην Άνω Πόλη διατηρούνταν ναοί όπως ο Άγιος Δημήτριος και η Οδηγήτρια, ενώ στην Κάτω Πόλη υπήρχαν ο Άγιος Διονύσιος και η Αγία Παρασκευή. Μετά την Επανάσταση ο χώρος του Αγίου Ανδρέα χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο της πόλης, όμως το 1873 το νεκροταφείο καταργήθηκε για λόγους δημόσιας υγείας.

1922 έως σήμερα
Κατά το έτος 1922 όλες οι Επισκοπές της Παλαιάς Ελλάδος προήχθησαν σε Μητροπόλεις.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, τη Μητρόπολη Πατρών διακόνησαν ο Αντώνιος Παράσχης (1906–1944), ο Θεόκλητος Παναγιωτόπουλος (1944–1957) και ο Κωνσταντίνος Πλατής (1957–1972).
Κατά την αρχιερατεία του Κωνσταντίνου πραγματοποιήθηκε ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για την πόλη και την τοπική Εκκλησία: η επιστροφή στην Πάτρα της Τίμιας Κάρας του πολιούχου Αποστόλου Ανδρέα.
Ακολούθησε ο Νικόδημος Βαλληνδράς (1974–2005) και από το 2005 ανέλαβε τη Μητρόπολη Πατρών ο Χρυσόστομος Σκλήφας.